Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Ο Θεός δεν ξεχνά!! Αληθινό περιστατικό

Στα πέτρινα χρόνια της νιότης, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι εκείνη την εποχή, βρέθηκα να κάνω πολλές δουλειές απλά και μόνον για βιοποριστικούς λόγους, συνήθως τελείως διαφορετικές από το αντικείμενο της σπουδής η της κατεύθυνσης που είχα επιλέξει.

Την χρονιά εκείνη και με την προτροπή και την βοήθεια ενός γείτονα που ήτανε βοηθός λογιστή σε μια επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών είχα βρεί και εγώ μια μικρή θέση απασχόλησης στην επιχείρηση αυτή που βρισκόταν κάπου στο κέντρο της οδού Αθηνάς.

Τις πρώτες ημέρες απλά βοηθούσα σε κάποιες εγγραφές σε κάτι βιβλία σε είδη απογραφής εισερχομένων εμπορευμάτων και έκανα και την ψιλοκαθαριότητα του γραφείου προ της έλευσης και μετά που έφευγαν οι υπόλοιποι υπάλληλοι.


Με δυό λόγια ήμουνα ο "μικρός" του γραφείου, χωρίς αυτό να με ενοχλεί καθόλου ειδικά όταν κάθε Σάββατο βράδυ {τότε δουλεύαμε φυσικά και τα Σάββατα και που και που και τις Κυριακές και βέβαια χωρίς ασφάλειες και ..τέτοιες πολυτέλειες...} έπεφτε το βδομαδιάτικο...

Μικρό μεν το βδομαδιάτικο αλλά αρκετό για να εξασφαλισθεί το ψωμί και ένα μέρος του ενοικίου του σπιτιού, που ήτανε δυσβάσταχτο...

Αφού πέρασε μια βδομάδα που είχα πιάσει δουλειά, κάποια στιγμή με φώναξε ο κύριος Β.Π., το αφεντικό, στο γραφείο του και μου είπε ότι έπρεπε να αρχίσω να κάνω και κάποιες άλλες δουλειές του γραφείου για να με κρατήσουνε. Φυσικά δέχθηκα, και έτσι μου ανέθεσε να πάω σε κάποια καταστήματα του κέντρου της Αθήνας και να εισπράξω κάποια χρήματα από κάποιες συναλλαγματικές.

Πράγματι επήρα στο χέρι τις συναλλαγματικές και τις διευθύνσεις που έπρεπε να πάω και ξεκίνησα το "σαφάρι"..

Επήγα σε αρκετά μικρά και μεγάλα μαγαζιά του κέντρου και αλλού εισέπραξα, αλλού με έδιωξαν και αλλού μου έδωσαν "έναντι"...

Σε πολύ λίγες ημέρες αντιλήφθηκα ότι η επιχείρηση "εισαγωγών-εξαγωγών" ήτανε απλά βιτρίνα ενός γιγάντιου τοκογλυφικού οργανισμού που έπαιρνε συναλλαγματικές και γραμμάτια αντι πινακίου φακής και μετά τα εισέπραττε στο ακέραιο από τους οφειλέτες. Ο κύριος Β.Π., προερχόμενος από την Πόλη, ήτανε το χείριστο είδος εκμεταλευτή τοκογλύφου που υπήρχε τότε στην Αθήνα....

Κάθε μέρα στα μάτια όσων έμπαιναν στο γραφείο έβλεπες ζωγραφισμένη την απελπισία και έτσι όπως περίμεναν στον προθάλαμο μάντευες ότι τα χέρια που ήτανε μέσα στις τσέπες τους ήτανε ιδρωμένα από την αγωνία να καταφέρουν να πάρουν κάποια λίγα χρήματα να σώσουν την επιχείρηση τους η το εμπόρευμα τους....

Όσο περνούσε ο καιρός αναλάμβανα όλο και περισσότερες αποστολές "είσπραξης" και αντιμετώπιζα καθημερινά την απελπισία όσων δεν είχαν να πληρώσουν αλλά και την δυσκολία όσων χρυσοπλήρωναν την "ευκολία"...

Οι ιστορίες της δυστυχίας είναι πολλές και δυστυχώς χρειάζεται ένα τεράστιο βιβλίο για να εξιστορηθούν. Θα μείνω μόνο σε μία, την τελευταία που αντιμετώπισα.

Την ημέρα εκείνη είχα δύο συναλλαγματικές σε κάποια διεύθυνση στο Μενίδι.
Όταν έφθασα στο σπιτάκι στην 8η στάση Μενιδίου, τα έχασα. Ήτανε ένα παλαιό προσφυγικό παράπηγμα με στέγη από λαμαρίνα και ένα δωμάτιο με ένα παράθυρο και μια πόρτα.

Μου άνοιξε μια πολύ ηλικιωμένη κυρία.
Την ρώτησα εάν είχα πάει σωστά και εάν έμενε εκεί ο κ. Π......
Μου απάντησε ότι σωστά είχα πάει και με ρώτησε τι ήθελα..
Της έδειξα τις συναλλαγματικές και της εξήγησα ότι έπρεπε να πληρωθούν γιατί θα πηγαίνανε στο δικαστήριο λόγω λήξης.

Ξαφνικά η κυρία έβαλε τα κλάμματα και μου είπε: "Παιδάκι μου του γιού μου είναι αυτές, αλλά έχει να φανεί πάρα πολλές ημέρες και δεν ξέρω που είναι.." και έπειτα άρχισε να ψάχνει ολόγυρα. Πήγε σε ένα παλιό βάζο έβγαλε από μέσα μερικά τσαλακωμένα χαρτονομίσματα και μου τα έτεινε...
"Πάρε αυτά" μου είπε, "τα είχα για το ηλεκτρικό αλλά δεν πειράζει ας το κόψουνε, αρκεί να μην πάει φυλακή το παιδί.."
Δεν επήρα ποτέ αυτά τα χρήματα, της είπα αν ποτέ την ρωτήσουν να μην πεί ότι την βρήκα ούτε οτι ότι με είδε ποτέ, και σηκώθηκα και έφυγα.

Στο αφεντικό είπα ότι δεν βρήκα κανέναν και του επέστρεψα τα χαρτιά.

Σε μερικές μέρες μπαίνοντας στο γραφείο από άλλη δουλειά, είδα ξαφνικά μέσα στο γραφείο του Β.Π. την γριούλα που την είχε κουβαλήσει στο γραφείο κάποιος άλλος υπάλληλος. Την είδα να κλαίει πάλι και να ξετυλίγει ένα μαντήλι και να δίνει μερικά χαρτονομίσματα στον κ. Β.Π....

Σε λίγο βγήκε από το γραφείο κλαμμένη και φεύγοντας με είδε και παιρνόντας δίπλα μου είπε "Σ' ευχαριστώ παιδί μου νάσαι καλά, και αυτός εκεί μέσα να σαπίσει στην κόλαση".... και άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο....

Όσο κι αν είχα ανάγκη δεν μπορούσα άλλο να δουλεύω σε αυτό το μέρος. Έτσι μόλις πήρα το τελευταίο βδομαδιάτικο μάζεψα 2-3 πραγματάκια που είχα εκεί και δεν ξαναπάτησα ποτέ εκεί...

Για καλή μου τύχη βρήκα γρήγορα άλλη απασχόληση και με κάπως καλύτερα χρήματα.....

Πέαρασαν αρκετά χρόνια και σε κάποια επίσκεψη που έκανα σε ένα γείτονα σε μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών ξαφνικά αναγνώρισα σε ένα κρεββάτι στην γωνία τον κ. Β.Π.

Διακριτικά ρώτησα μια νοσοκόμα από τι έπασχε και γιατί ήτανε κατά κάποιον τρόπο απομονωμένος στην γωνία του θαλάμου...

Και η νοσοκόμα μου απάντησε "Πάσχει απο ακατάσχετη σηψαιμία ...!!! και δυστυχώς θα μας αφήσει πολύ σύντομα"

Βγήκα από τον θάλαμο κοίταξα ψηλά και αντίκρυσα το κλαμμένο πρόσωπο της γριούλας και απλά σκέφθηκα " Ο Θεός δεν ξεχνά ποτέ...."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου